αυθεντικός

αυθεντικός
η , ό[ν]
1) авторитетный; достоверный;

αυθεντική γνώμη — авторитетное мнение;

εξ αυθεντικών πηγών — из авторитетных, достоверных источников;

2) подлинный, истинный; аутентичный;

αυθεντικό χειρόγραφο — подлинная рукопись;

§ αυθεντική ερμηνεία νόμου — уточнение к закону


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "αυθεντικός" в других словарях:

  • αυθεντικός — ή, ό (AM αὐθεντικός, ή, όν) [αυθέντης] 1. έγκυρος, γνήσιος 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αυθέντη, τον άρχοντα μσν. νεοελλ. 1. εξαιρετικός 2. εκείνος που ανήκει στην κρατική εξουσία, δημόσιος νεοελλ. πρωτότυπος …   Dictionary of Greek

  • αὐθεντικός — αὐθεντίζω take in hand perf part act neut nom/voc/acc sg αὐθεντικός principal masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυθεντικός — ή, ό 1.αυτός που λέγεται ή γίνεται με κύρος, ο αναμφισβήτητος: Η πληροφορία που είχαμε είναι αυθεντική. 2. γνήσιος, πραγματικός: Η χειρόγραφη διαθήκη του Α είναι αυθεντική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐθεντικά — αὐθεντικός principal neut nom/voc/acc pl αὐθεντικά̱ , αὐθεντικός principal fem nom/voc/acc dual αὐθεντικά̱ , αὐθεντικός principal fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικώτερον — αὐθεντικός principal adverbial comp αὐθεντικός principal masc acc comp sg αὐθεντικός principal neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικῶν — αὐθεντικός principal fem gen pl αὐθεντικός principal masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικόν — αὐθεντικός principal masc acc sg αὐθεντικός principal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικαῖς — αὐθεντικός principal fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικοῖς — αὐθεντικός principal masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικοί — αὐθεντικός principal masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθεντικοῦ — αὐθεντικός principal masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»